αἰθάλεος

αἰθαλέος
smoky
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιθαλέος — αἰθαλέος, έα, έον (Α) [αἰθάλη] 1. ο γεμάτος αιθάλη, καπνιά, καπνισμένος 2. αυτός που έχει το χρώμα τής αιθάλης, σκοτεινόχρωμος, αυτός που έχει κεραμιδί χρώμα ή σταχτοκόκκινο (βλ. και αιθαλόεις) …   Dictionary of Greek

  • αἰθαλέη — αἰθαλέος smoky fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθαλέοιο — αἰθαλέος smoky masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθαλέους — αἰθαλέος smoky masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθάλεοι — αἰθαλέος smoky masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθαλέων — αἰθάλη soot fem gen pl (epic ionic) αἰθαλέος smoky fem gen pl αἰθαλέος smoky masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθάλη — Πολύ λεπτή μαύρη σκόνη από σχεδόν καθαρό άνθρακα, που ανήκει στην κατηγορία των τεχνητών ανθράκων. Α. δημιουργείται όταν γίνεται ατελής καύση πολλών οργανικών σωμάτων, όπως βενζόλιο, ρητίνη, λίπη, έλαια, πίσσα κλπ. Βιομηχανικά παρασκευάζεται με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.